The smartest translators on Earth!

Copyright 2019  |  All rights reserved

Quicktionary 2 Quicktionary 2 Premium Quicktionary TS Quicktionary TS Premium Home www.Text.tk





electronic translators

advanced electronic translators

professional dictionaries

quicktionary 2, quicktionary 2 premium, quicktionary ts, quicktionary ts premium

HomeTranslating devicesPhoto GalleryHow it worksContact

Customise your device by selecting your

www.Text.tk Home

The best gift you can make to those you love or care for!

They will remember you every day of their life!

READ WHAT IS

PROFESSIONAL SET...

Professional Set

dictionaries & components, get it on your door with next day delivery by DHL, and change the way you learn a foreign language!

FAQs Quicktionary TS - Premium Price: £135 Quicktionary 2 - Premium Price: £100 Scan and Translate    Printed Text       + enabling transfer             data to PC          (Note taker) Scan and Translate, or Type on     Touch Screen Keyboard         + enabling transfer              data to PC             (Note taker) Quicktionary TS Price: £115 Touch Screen Touch Screen Scan and Translate,     or Type on Touch         Screen Keyboard Quicktionary 2 Price: £90 Scan and Translate Printed     Text Instantly *  Standard Screen    with 3 lines of text *  Standard Screen    with 3 lines of text  *  Stores up to    20,000 lines    (~ 500 pages of text)    that’s a feature of    the Premium device *  Touch Screen    with 5 lines of text *  Touch Screen    with 5 lines of text  *  Stores up to    20,000 lines    (~ 500 pages of text)    that’s a feature of    the Premium device
Please note that ALL our devices are equipped with our advanced dictionaries... See in a few words what are the main differences between our devices...
Quicktionary 2 Quicktionary 2 Premium Quicktionary TS Quicktionary TS Premium vs

beta

n. δοκιμαστική έκδοση προγράμματος Η/Υ, βαθμός λίαν καλώς

adj. δοκιμαστικός, δεύτερος

symb. γράμμα βήτα (του ελληνικού αλφάβητου)

beta blocker

(ιατρ.) βήτα αναστολέας (καρδιολογικό φάρμακο)

beta site

δοκιμαστικός χώρος για τη δοκιμή προγραμμάτων Η/Υ

beta test

δοκιμασία επιδόσεων προγράμματος Η/Υ

beta version

δοκιμαστική έκδοση προγράμματος Η/Υ


cash

n. μετρητά, ρευστό χρήμα

v. ρευστοποιώ, μετατρέπω σε μετρητά, εξαργυρώνω

cash and carry

άμεση αγορά με μετρητά σε τιμές χονδρικής, κατάστημα που πουλά σε τιμές χονδρικής








cash cow

(καθομ.) Επιχείρηση - χρυσωρυχείο, εξαιρετικά επικερδής επιχείρηση

cash crop

(οικον.) εμπορεύσιμο γεωργικό προϊόν



antiquity

αρχαιότητα, αρχαία εποχή, αρχαίο αντικείμενο


fundamental (adjective)

θεμελιώδης αρχή, βασικό ή θεμελιώδες στοιχείο, βασικός, θεμελιώδης, κεφαλαιώδης


blame

v. ψέγω, μέμφομαι, κατακρίνω, καταφέρομαι εναντίον, κατηγορώ, ρίχνω την ευθύνη

n. υπαιτιότητα, ευθύνη, φταίξιμο, μομφή, ψόγος.





be to blame for

φταίω

take the blame for

παίρνω (επάνω μου) την ευθύνη για


notorious

διαβόητος, περιβόητος, πασίγνωστος


intestine

n. (ανατ.) έντερο







unilateral

adj. μονόπλευρος, μονομερής, (νομ.) ετεροβαρής


transit

n. διάβαση, διέλευση, διαμετακόμιση, μετεπιβίβαση, τράνζιτο

v. περνώ, παρέρχομαι, διέρχομαι, μετεπιβιβάζω/-ομαι

transit company

εταιρεία διαμετακομιστικού εμπορίου


transition

n. μετάβαση, διέλευση, πάροδος, μεταβολή, αλλαγή, μετάπτωση, μεταβατική περίοδος



transitional arrangement

προσωρινή/μεταβατική διευθέτηση


transitory

adj. παροδικός, πρόσκαιρος, εφήμερος, βραχύβιος



pectoral

adj. (ανατ.) θωρακικός, στηθικός

n. θωρακικός μυς, θωρακικό πτερύγιο




polo

n. (αθλοπ.) πόλο

polo shirt

κοντομάνικο μπλουζάκι


vibe

n. δόνηση, διάχυτη ατμόσφαιρα, αύρα, ηλεκτρονικό πεδίο που περιβάλλει το ανθρώπινο σώμα


compromise

n. συμβιβασμός, συμβιβαστική λύση, συγκερασμός (δύο πραγμάτων)

v. συμβιβάζομαι, διακινδυνεύω, εκθέτω σε σκάνδαλο ή κίνδυνο






ration

n. μερίδα (φαγητού κ.λπ.), μερίδα "δελτίου", (πληθ.) (στρατ.) σιτηρέσιο, τροφή

v. εφοδιάζω, διανέμω (τρόφιμα κ.λπ.) με δελτίο, περιορίζω, επιβάλλω μερίδες, βάζω δελτίο σε κάτι




ration out

μοιράζω (σε μερίδες)



video signal

(τεχνολ.) σήμα (τηλεοπτικής) εικόνας

video standard

(Η/Υ) πρότυπη διάταξη γραφικών οθόνης


footage

αποσταση ή μηκος σε ποδια, (καθομ.) εκθεσιακο εμβαδον (καταστηματος κ.λπ.)




raider

n. επιδρομέας, καταδρομέας, (οικον.) αυτός που αποπειράται αιφνίδια εχθρική εξαγορά επιχείρησης





eye

n. μάτι, οφθαλμός, οπή (βελόνας κ.λπ.), άνοιγμα (κν. μάτι), καλό μάτι

v. κοιτάζω, βλέπω, παρατηρώ (κν. κόβω, κιαλάρω), υποβλέπω, εποφθαλμιώ, περιεργάζομαι




all eyes are on

όλα τα βλέμματα είναι στραμμένα προς


an eye for an eye

οφθαλμόν αντί οφθαλμού


be all eyes

τρώω με τα μάτια


close one's eyes

κάνω τα στραβά μάτια, εθελοτυφλώ


eye contact

ανταλλαγή βλεμμάτων

(**same meaning in different words)


eye patch

επίδεσμος ή κάλυμμα ματιού


eye shadow

(καλλυντική) σκιά (ματιών)


eye socket

κόγχη ματιού


eye up

παρακολουθώ ή κόβω με τα μάτια


have an eye for

ξέρω να κρίνω, έχω έμπυρο μάτι για


have one's eye on

επιτηρώ, προσέχω, παρακολουθώ


in someone's eyes

στα μάτια μου, κατά την κρίση μου


keep an eye on

επιτηρώ, προσέχω


keep an eye out

καιροφυλακτώ, έχω το νου μου


keep one's eyes open

έχω τα μάτια μου ανοιχτά, προσέχω


keep one's eyes peeled

έχω το νου μου, έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα


look someone in the eye

κοιτάζω κατάματα


make eyes at

κάνω τα γλυκά μάτια σε


pass one's eye

ρίχνω γρήγορη ματιά


see eye to eye

συμφωνώ απόλυτα (με κάποιον)


shut one's eyes to

εθελοτυφλώ, κάνω πως δεν βλέπω


take one's eyes off

σταματώ να βλέπω, ξεκολλώ τα μάτια μου από


the eye of the storm

το μάτι του κυκλώνα


through someone's eyes

μέσα από τα μάτια, από την οπτική γωνία κάποιου


to someone's eyes

στα δικά μου τα μάτια


up to one's eyes

πνιγμένος μέχρι το λαιμό


with eyes open

με πλήρη επίγνωση





customer

n. πελάτης, (καθομ.) μαγκας, τυπος



cool customer

(καθομ.) απαιτητικός τύπος



client

n. πελάτης ελεύθερου επαγγελματία (δικηγόρου, αρχιτέκτωνα, κ.λπ.), (Η/Υ) υπολογιστής-πελάτης, πρόγραμμα-πελάτης


client state

εξαρτώμενο κράτος, δοριφόρος



guest

n. φιλιξενουμενος, καλεσμένος, μουσαφίρης, πελάτης (ξενοδοχείου ή εστιατορίου)

v. φιλοξενούμαι

attrib. για φιλοξενούμενους






Be my guest

ελεύθερα!, σαν στο σπίτι σου!, δεν κάνει τίποτα!



guest for

καλεσμένος τηλεοπτικού προγράμματος








guest house

πανσιόν, ξενώνας





guest of honour

επίτιμος προσκεκλημένος


guest on

εμφανίζομαι ως καλεσμένος σε πρόγραμμα της τηλεόρασης


guest room

δωμάτιο των ξένων, ξενώνας σπιτιού

(**same meaning in different words)




guest worker

ξένος εργάτης

(**same meaning in different words)


injury

n. κάκωση, τραύμα, βλάβη, ζημιά






wound

n. πληγή, τραύμα, πλήγωμα

v. πληγώνω, τραυματίζω







wound up

τσιτωμένος, εκνευρισμένος, αγχωμένος


evacuate

v. εκκενώνω, αδειάζω, αφοδεύω, αποπατώ











================


NOTE:

THE WORDS ON THIS COMPARISON ARE RANDOMLY CHECKED


I think after the comparison that follows, I really think that I have to stop developing this comparison page of our website, because it is understandable what you miss if you rely on Google Translate.

For the word “point”, only 2 out of the total number of meanings are accurate; (σημείο & μύτη)

and it misses all other 26 meanings - definitions…

Anyone can now make their comments and make their decisions what to rely on!…


================






point

n. σημείο, αιχμή, ακίδα, άκρο, μύτη, αιχμηρή απόληξη, στιγμή, σημασία, βαθμός, πόντος, κλειδί διασταύρωσης (σιδηροδρόμων), ρόμβος πυξίδας, κάρτα, γραμμή (κλίμακος), πρίζα, σκοπιμότητα, άποψη, ζήτημα, ουσία, χρονική στιγμή, στοιχειό, ακρωτήριο, (Βρετ., καθομ.) σταθερό πόστο αστυνομικού

v. δείχνω, κατευθύνω, σημαδεύω, στρέφω, σκοπεύω



breaking point

(μηχαν.) σημείο θραύσης, (μτφ.) έσχατο όριο αντοχής


case in point

σχετικό παράδειγμα, παράδειγμα εν προκειμένω



come to the point

έρχομαι στο κύριο θέμα


get to the point

έλα στο θέμα


have a point

έχω δίκιο


in point of fact

στην πραγματικότητα


make a point of

φροντίζω (πάντα ώστε) να, δεν παραλείπω να


make one's point

αποδεικνύω την άποψή μου, γίνομαι σαφής ή κατανοητός


miss the point

δεν πιάνω το νόημα


no point in

δεν υπάρχει λόγος να


on the point of

έτοιμος να, στα πρόθυρα του, στο τσακ να


point at issue

υπό συζήτηση θέμα, (το) αμφισβητούμενο


point in time

χρονική στιγμή


point of honour

ζήτημα/θέμα τιμής


point of no return

αποφασιστικό σημείο


point of order

(σε κοινοβούλιο) θέμα κανονισμού ή διαδικασίας


point of reference

σημείο αναφοράς


point of view

άποψη, θεώρηση, σκοπιά



point out

επισημαίνω, τονίζω, υποδεικνύω, υπογραμμίζω





point the finger at

δείχνω με (δάχτυλο) τον/σε, υποδεικνύω


point up

δίνω έμφαση σε, τονίζω


prove a point

αποδεικνύω την άποψή μου


take someone's point

δέχομαι την άποψη ή εισήγηση κάποιου


to the point

επί του θέματος, εύστοχος


turning point

καμπή




up to a point

μέχρι ενός σημείου










- // -


beta

β-αποκλειστή



beta blocker

βήτα

beta site

βήτα ιστοσελίδα

beta test

beta test

beta version

beta έκδοση


cash

τοις μετρητοις


cash & carry

cash & carry**

(** = there is no translation in any language)


NOTE: For most of the targeted languages, e.g.: English to Greek, Google Translate does not give any translation at all for the above term (“cash & carry”) …in some languages, however, Google Translate gives something like:

in Norwegian (NOR→ENG): kontantkjøp = cash purchases  …which obviously is wrong


cash cow

αγελάδα μετρητών


cash crop

συγκομιδή μετρητών



antiquity

αρχαιότητα


fundamental (adjective)

θεμελιώδης            fundamental, basic, cardinal

βασικός                 basic, fundamental, primary, basal, underlying, staple


blame

noun

ευθύνη                   responsibility, liability, accountability, blame, liableness

ενοχή                     guilt, culpability, blame, guiltiness, implication, criminality

μομφή                    censure, reproach, slur, blame, stricture, reproof

verb

κατηγορώ              accuse, blame, reproach, impeach, charge, decry

κατακρίνω            reprove, reproach, blame, deprecate, reprobate

be to blame for

να φταίει για την

take the blame for

αναλάβει την ευθύνη για την


notorious

διαβόητος             notorious, arrant, egregious

περιβόητος           notorious, famous


intestine

noun

έντερο                    intestine, gut, bowel

adjective

εσωτερικός            internal, inner, inside, indoor, interior, intestine



unilateral

adjective

μονομερής             unilateral, one-sided

transit

noun

διαμετακόμιση      transit, transportation

διέλευση                transit

διάβαση                crossing, transit, passage


transition

noun

μετάβαση             transition, going, devolution

μετάπτωση           transition, change

αλλαγή                  change, shift, switch, alteration, transition, variation

transitional arrangement

μεταβατική ρύθμιση


transitory

adjective

παροδικός             transient, transitory, impermanent, evanescent


pectoral

adjective

επιστήθιος             bosom, pectoral

θωρακικός            pectoral, sternal

στηθικός               pectoral, sternal


polo

πόλο

polo shirt

πόλο μπλουζα


vibe

παλμό



compromise

noun

συμβιβασμός       compromise, conciliation, reconciliation

verb

διακινδυνεύω      chance, jeopardize, endanger, hazard, compromise, imperil

συμβιβάζομαι      compromise, settle for, compound, comport with

εκθέτω                expose, display, exhibit, state, write up, compromise

συμβιβάζω          reconcile, compromise, accommodate, compound, conciliate


ration

noun

σιτηρέσιο           ration

μερίδα               share, portion, ration, helping

μερίς τροφής     ration

verb

κατανέμω         allocate, allot, ration


ration out

σιτηρέσιο έξω



video signal

σήμα βίντεο

video standard

πρότυπο βίντεο


footage

πλάνο

noun

μήκος σε πόδια    footage



raider

noun

επιδρομέας         raider, aggressor, invader, assailant

επιδρομεύς         invader, raider




eye

noun

μάτι                   eye

οφθαλμός         eye, optic

verb

παρατηρώ        observe, notice, note, behold, remark, eye



all eyes are on

όλα τα μάτια είναι για


an eye for an eye

ένα μάτι για ένα μάτι


be all eyes

είναι όλα τα μάτια


close one's eyes

μάτια κλείσιμο ενός ατόμου


eye contact

οπτική επαφή

(**same meaning in different words)


eye patch

οφθαλμοκαλύπτρα


eye shadow

σκιά ματιών


eye socket

οφθαλμικής κόγχης


eye up

μάτι up


have an eye for

έχουν ένα μάτι για


have one's eye on

έχουν τα μάτια ενός ατόμου σε


in someone's eyes

στα μάτια κάποιου


keep an eye on

παρακολουθούμε


keep an eye out

να κρατήσει ένα μάτι έξω


keep one's eyes open

να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά


keep one's eyes peeled

να κρατήσει τα μάτια του τη φλούδα


look someone in the eye

δείτε κάποιον στο μάτι


make eyes at

κάνουν τα μάτια σε


pass one's eye

περνούν μάτι κάποιου


see eye to eye

δείτε το μάτι στο μάτι


shut one's eyes to

έκλεισε τα μάτια του για να


take one's eyes off

να λάβει τα μάτια του ανοικτά


the eye of the storm

το μάτι του κυκλώνα


through someone's eyes

μέσα από τα μάτια των γυναικών


to someone's eyes

στα μάτια κάποιου


up to one's eyes

μέχρι τα μάτια του


with eyes open

με τα μάτια ανοιχτά





customer

noun

πελάτης                      customer, client, patron


cool customer

δροσερό πελατών



client

noun

πελάτης                     customer, client, patron


client state

κατάσταση του πελάτη



guest

noun

επισκέπτης                visitor, guest, caller

φιλοξενούμενος        guest

προσκεκλημένος       guest

καλεσμένος              guest

προσκαλεσμένος      guest

μουσαφίρης              guest, visitor

ξενιζόμενος             guest


Be my guest

interjection

Ευχαρίστως!            Be my guest!


guest for

ENGLISH to GREEK:              επισκεπτών για

ENGLISH to SPANISH:           Invitado para

ENGLISH to DUTCH:             gast voor

ENGLISH to HUNGARIAN:   vendég számára


TRY ON GOOGLE TRANSLATE ON ANY LANGUAGE...



guest house

ξενώνας

noun

σπίτι καλεσμένων        guesthouse

πανσιό                         guesthouse, hostel, boarding house


guest of honour

τιμώμενη


guest on

επισκεπτών στις


guest room

noun

ξενώνας                        guest room

δωμάτιο καλεσμένων    guest room

(**same meaning in different words)


guest worker

αλλοδαπός εργάτης

(**same meaning in different words)


injury

noun

βλάβη              damage, failure, harm, injury, breakdown, impairment

κάκωση           injury, lesion, infestation

ζημιά               damage, injury, loss, detriment, prejudice, harm

πληγή              wound, plague, sore, scourge, injury, lesion


wound

noun

πληγή              wound, plague, sore, scourge, injury, lesion

τραύμα           wound, trauma

πλήγμα           wound, blow, hurt, beat

verb

πληγώνω       hurt, wound, scathe, injure, scar, scotch

τραυματίζω   injure, wound


wound up

εκκαθάριση


evacuate

verb

αδειάζω        empty, clear out, vacate, deplete, evacuate

εκκενώνω    evacuate, blow through, deplete, vacate









=====================
















=====================






point

noun

σημείο              point, sign, spot, place, mark, token

μύτη                 nose, point, nib, snout

άκρη                edge, point, brink, edging

ακμή                acne, prosperity, prime, heyday, acme, point

προκείμενο      point, matter in hand



breaking point

οριακό σημείο


case in point

noun

προκειμένη περίπτωση      case in point


come to the point

έρχομαι στο ψαχνό


get to the point

φτανω στο σημειο


have a point

έχουν ένα σημείο


in point of fact

στην πραγματικότητα


make a point of

κάνει ένα σημείο της


make one's point

κάνει ένα σημείο του


miss the point

χάνω το νόημα


no point in

Δεν έχει νόημα να


on the point of

στο σημείο της


point at issue

επίμαχο σημείο


point in time

χρονική στιγμή


point of honour

σημείο της τιμής


point of no return

σημείο χωρίς επιστροφή


point of order

σημείο της τάξης


point of reference

σημείο αναφοράς


point of view

noun

άποψη        view, point of view, aspect, perspective, viewpoint, standpoint


point out

verb

επισημαίνω        point out, signalize

υποδεικνύω       indicate, point out, nominate

βρίσκομαι         point out


point the finger at

δείξουμε με το δάκτυλο


point up

σημείο μέχρι


prove a point

αποδείξει ένα σημείο


take someone's point

να λάβει το σημείο κάποιου


to the point

μέχρι κάποιο σημείο


turning point

σημείο καμπής

noun

σημείο στροφής        turning point


up to a point

μέχρι ένα σημείο










- // -


Comprehensive translation that extends beyond the simple, most frequently used meaning of the word.


Here, we have listed some examples / comparisons, so that you can see what

translations you can get from Quicktionary against Google Translate.


This comparison page will clearly show you the significant differences between these 2 sources, that can make a big difference in understanding the meaning of a word, critical criteria for students, scientists, professionals and others for whom the meaning of a translated word is very important.

DISCLAIMER:

This page is created solely in order to give to the public an image, by making this comparison, of what are the translations provided by Quicktionary ™ against those ones provided by the number one translating source people look at online, to find the translation of a word, which is Google Translate.


The records above are correct at time of going online and/or to print.

We disclaim any responsibility for the contents 3rd parties provide.